1
Η ψυχαγωγική τηλεόραση έφτασε αυτοχειρικά στα χειρότερα της με την κηδεία της Μαρινέλλας
Είναι η τελευταία στιγμή για το τέλος ενός ανθρώπου πάνω στη όμορφή γη των ζωντανών, που κρατούν αυτή και μόνο για το μεγάλο αντίο. Είναι η στιγμή που το μικρό, μοιραία εγωκεντρικής θεώρησης, μυαλουδάκι μας πρεπει να χωρέσει έννοιες όπως «ποτέ» και «πάντα». Είναι η στιγμή που βάζει το σύνορο ότι όλοι εκείνοι, που αγαπήθηκαν πολύ, θα ξεχαστούν σε εκείνα που τους ξεχώριζαν, το πώς μύριζαν, πώς ήταν το γέλιο ή η βράχνα της φωνής τους, πώς βάδιζαν, πώς χορεύαν. Και είναι η στιγμή, που για τους απ’ έξω, που δεν πονάνε ίσως τόσο ή δεν τους άγγιξε αυτό το πλάσμα που χάθηκε, υπάρχει ο σεβασμός της συνειδητοποίησης ότι όλη η ζωή μας βασίζεται στον θάνατο και εκείνος μας περιβάλει γελαστά παντοδύναμος σε τόπους, που πάντα κινούνται χωρίς λόγο και χωρίς λογική.
Για αυτό ακόμα και όταν, πράγματι, δεν ξέρουμε κάποιον κρατάμε την ανάσα μας όταν περνάει κηδεία από τη γειτονιά, μας προσπερνά νεκροφόρα στο φανάρι, συναντάμε την ακινησία και την απλότητα των νεκροταφείων. Ταπεινοί, με δέος, με αναλαμπές νηφαλιότητας για τη ματαιότητα όλων των επιτευγμάτων μας και το πόσο πρεπει να αγαπάμε τη ζωή με ακόμα μεγαλύτερο πάθος, εξαιτίας της θνητής μας μοίρας. Οι άνθρωποι λέω, νιώθουμε έτσι, οι κανονικοί, οι καθημερινοί, όχι οι «σταρ» της τηλεόρασης, οι βυθισμένοι στην κυνικότητα του τι νούμερα θα τους δώσει η όποια Nilsen και αν θα κερδίσουν τον ανταγωνισμό. Απάνθρωπα, στυγνά, αθεόφοβα και αδιάφορα διεκπεραιώνουν με κλισέ το ύστατο γεγονός. Φυσικά όχι όλοι, όχι πάντα και όχι για πολύ…
Αμετροέπεια, ασέβεια, κυνικότητα, μικροψυχία
Η Μαρινέλλα, που ήταν πάντα Κυριακή μπροστά στον Κύριο που πίστευε πολύ, κλάφτηκε και πενθήθηκε από έναν ολόκληρο λαό, που πήγε να ακουμπήσει στην κοινή θρησκεία παρηγοριά και κατευόδιο και ευχαριστίες. Φυσικά και η τηλεόραση έπρεπε να είναι εκεί και ευτυχώς που η δημοσιά ανέλαβε το εντός του ναού του λαϊκού προσκυνήματος και της Μητρόπολης και γλιτώσαμε με αξιοπρέπεια από άλλες απρέπειες. Φυσικά και σοβαροί άνθρωποι όπως η Ζήνα Κουτσελίνη στάθηκαν με δέος και σεβασμό σε όλο το θρησκευτικό τυπικό και την τεράστια απουσία της Μαρινέλλας – Κυριακής πάντα, για το Θεό. Μα γύρω – γύρω η προβλέψιμη μικροπρέπεια έδωσε ρέστα, αθεόφοβη και ασεβής!
Διότι η τηλεοπτική ψυχαγωγία ακόμα και σε κηδεία αν πάει, παίρνει μαζί της την αμετροέπεια της, την ασέβεια, την κυνικότητα, την μικροψυχία, την κακεντρέχεια, την μιζέρια, την απονιά, την αδιαφορία, την περιφρόνια της για οτιδήποτε έξω από τον κακοφωτισμένο, άψογα βαμμένο, υπερφίαλο, ασύδοτο εαυτό της! Και όλα αυτά, εμπλουτισμένα με ψεύτικη συγκίνηση, αιωρούμενες επικείμενες εντολές και καλυμμένες απειλές προς τους ρεπόρτερ, που ήταν στην κηδεία. Ο λόγος σαν ειδικοί, σε ανθρώπους που όχι μόνο δεν γνώριζαν την σπουδαία καλλιτέχνιδα, αλλά ούτε καν, το έργο της και τους τίτλους από τρία τραγούδια της να πούνε. Μα οι εκπομπάρχες συνέχιζαν το έργο τους με τον τρόμο στα μάτια, μη και έχουν κάτι παραπάνω οι απέναντι στα άλλα κανάλια, και θριάμβευσαν πάνω απ’ το φέρετρο της Μαρινέλλας, που θα της ταίριαζε, όπως η φωνή, η ζωή και η ύπαρξή της να είναι όχι μαύρο αλλά πολύχρωμο. Απουσιολόγιο, fashion police και κοστολόγηση στέφανων
Σαν άσπονδες συμπεθέρες σε κάλεσμα για λογοδόσιμο, αδιόρθωτα και όλο μικροπρέπεια μέτρησαν ποιοι celebrities, σταρ, κανονικά διάσημοι, πλούσιοι και υπερπλούσιοι, fame-seekers, media puppets, D-listers εμφανίστηκαν και ποιοι – ανεπίτρεπτα και θα τους μαλώσουν- όχι. Κάποιοι απ’ αυτούς, μπορεί να μην γνωρίζονταν με την Μαρινέλλα, βέβαια, να είχαν δικά τους βάσανα υγείας ή απώλειας αγαπημένων, ή να έχουν τον αποχαιρετισμό σε πιο ιδιωτικούς τόνους και όχι μετα από κομμωτήριο, περιποίηση προσώπου και επιμελημένου μακιγιάζ για τις κάμερες. Μετά και ακόμα πιο απαράδεκτα, ανόσια και χωρίς καμία ευλάβεια και φόβο Θεού ή οργή λαού, υπολόγισαν το πόσο κόστιζαν τα στεφάνια και ποιοι έστειλαν τα πιο ακριβά – η Νανά Μούσχουρη, με διαφορά, όπως μας ενημέρωσαν θριαμβικά! Το κουτσομπολίκι, η μικροπρέπεια, η κακογλωσσιά, η κακεντρέχεια, η μικροψυχία, η χαιρεκακία, η κακοήθεια δεν σκύβουν σβέρκο ούτε μπροστά στον ίδιο τον θάνατο, ρε παιδί μου!
Και μετά παίρνει τον λόγο η ενδυματολογική κριτική, που δεν μπορεί να λείπει από καμιά κατινιά, που μοιάζει αήττητη όπως η ίδια η βλακεία. Η Γαρυφαλλιά Καληφώνη, η σύντροφος του Χρήστου Μάστορα, εμφανίστηκε στη Μητρόπολη με τζιν παντελόνι και όχι μαύρο ως άρμοζε, ενώ έξω από τον ναό, κρατούσε καφέ και όχι ένα λουλούδι ως άρμοζε! Αυτό δεν μπορεί με τίποτα να βαφτιστεί ψυχαγωγία, αλλά κιτσαρία, χωρίς και την συμπαθή αφέλεια, την άμεση συναισθηματική πρόσβαση, το χιούμορ και την αυτογννωσία, την αντίδραση στο «υψηλό» του κιτς.