Με αναφορά στη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού ξεκίνησε την ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής ο Κοσμήτορας της Βουλής και Βουλευτής Δωδεκανήσου Βασίλης Α. Υψηλάντης, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τις αλλαγές στο κληρονομικό δίκαιο.
Ο κ. Υψηλάντης υπογράμμισε την ανάγκη διεθνούς αναγνώρισης της γενοκτονίας, επισημαίνοντας ότι η μνήμη των θυμάτων «δεν μπορεί να παραμένει μόνο εθνική υπόθεση, αλλά οφείλει να μετατραπεί σε παγκόσμιο μήνυμα δικαιοσύνης και σεβασμού».
Αναφερόμενος στο νομοσχέδιο, έκανε λόγο για μια «ιδιαίτερα σημαντική μεταρρύθμιση του ιδιωτικού δικαίου», τονίζοντας ότι ο Αστικός Κώδικας πρέπει να προσαρμόζεται στις σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.
Όπως σημείωσε, οι προωθούμενες διατάξεις:
• εκσυγχρονίζουν το πλαίσιο της κληρονομικής διαδοχής,
• αναμορφώνουν το καθεστώς ευθύνης για τα χρέη της κληρονομίας,
• εισάγουν νέους θεσμούς, όπως οι κληρονομικές συμβάσεις,
• και επιλύουν χρόνιες ερμηνευτικές αβεβαιότητες.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον διαχωρισμό της κληρονομίας από την προσωπική περιουσία του κληρονόμου, επισημαίνοντας ότι η ρύθμιση αυτή «προστατεύει τον πολίτη και ενισχύει τη λειτουργία της οικονομίας».
Παράλληλα, συνεχάρη την ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και την επιστημονική επιτροπή για την προετοιμασία της μεταρρύθμισης, σημειώνοντας ότι το νέο πλαίσιο «ενισχύει την ελευθερία του διαθέτη και συμβάλλει στην καλύτερη αξιοποίηση της περιουσίας».
Κλείνοντας, ο κ. Υψηλάντης υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο διαμορφώνει ένα πιο λειτουργικό και σύγχρονο πλαίσιο δικαίου, καλώντας τη Βουλή να το υπερψηφίσει.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας όπως κατατέθηκε:
«Κύριε Υπουργέ,
Κύριε Υφυπουργέ ,
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,
Ως Δωδεκανήσιος, με ρίζες από τον Πόντο, αισθάνομαι σήμερα ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, με σεβασμό να πω ότι η μνήμη των 350.000 θυμάτων της γενοκτονίας δεν μπορεί να μένει μόνο εθνική υπόθεση, αλλά απαιτεί τη διεθνή αναγνώριση της τραγωδίας που συντελέστηκε την περίοδο 1914–1923 από τους Νεότουρκους και τους Κεμαλιστές.
Η Ελλάδα οφείλει, με συνέπεια και σοβαρότητα, να συνεχίσει τον αγώνα για την καθολική αναγνώριση, ώστε η ιστορική αλήθεια να δικαιωθεί και η μνήμη των νεκρών να μετατραπεί σε παγκόσμιο μήνυμα δικαιοσύνης και σεβασμού.
Η Ρωμανία κι αν ‘πέρασαν ανθεί και φέρει κι άλλο.
Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,
Εστιάζοντας τώρα στο Νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Οι αλλαγές στο Κληρονομικό Δίκαιο που συζητάμε σήμερα αποτελούν μια ιδιαιτέρως σημαντική μεταρρύθμιση του ιδιωτικού δικαίου.
Ο Αστικός Κώδικας αποτελεί για δεκαετίες τον βασικό άξονα ρύθμισης των ιδιωτικών σχέσεων στη χώρα μας.
Η αξία του είναι αδιαμφισβήτητη.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να παραμένει αμετάβλητος.
Το δίκαιο οφείλει να παρακολουθεί και να ρυθμίζει τις κοινωνικές ανάγκες στη συγκεκριμένη εποχή.
Όταν η πραγματικότητα μεταβάλλεται, οι κανόνες χρειάζεται να προσαρμόζονται.
Και το κληρονομικό δίκαιο είναι ένα πεδίο όπου αυτές οι μεταβολές αποτυπώνονται με ιδιαίτερη ένταση.
Αφορά την οικογένεια, την περιουσία, αλλά και σχέσεις που συχνά δοκιμάζονται.
Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση κινείται σε μια σειρά από σταθερές :
Πρώτον, στην ουσιαστική προσαρμογή του δικαίου στις σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες. Εκσυγχρονίζεται το πλαίσιο της εξ αδιαθέτου διαδοχής και της νόμιμης μοίρας, ενώ αναδιαμορφώνεται συνολικά το σύστημα ευθύνης του κληρονόμου για τα χρέη της κληρονομίας. Ταυτόχρονα, ενισχύεται ο θεσμός της δικαστικής εκκαθάρισης και απλουστεύονται οι διαδικασίες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ συγκληρονόμων.
Δεύτερον, εισάγονται για πρώτη φορά στο ελληνικό δίκαιο σύγχρονα εργαλεία, όπως οι κληρονομικές συμβάσεις αιτία θανάτου και οι συμφωνίες παραίτησης από μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματα, παρέχοντας μεγαλύτερη ευελιξία και δυνατότητα προγραμματισμού στους πολίτες.
Τρίτον, δίνεται οριστική λύση σε ζητήματα που επί χρόνια προκαλούσαν ερμηνευτικές αμφισβητήσεις στη νομολογία. Διευκρινίζονται κρίσιμα σημεία, όπως ο τρόπος υπολογισμού της μερίδας των ετεροθαλών αδελφών και οι προθεσμίες αποποίησης για πρόσωπα χωρίς δικαιοπρακτική ικανότητα, ενισχύοντας την ασφάλεια δικαίου.
Τέλος, καταργούνται παρωχημένες ρυθμίσεις, διασφαλίζεται η γλωσσική ενότητα των διατάξεων και επιτυγχάνεται μια πιο συνεκτική και λειτουργική συστηματική οργάνωση του δικαίου της κληρονομικής διαδοχής.
Σε αυτό το σημείο, οφείλω να συγχαρώ την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την πρωτοβουλία αυτή, καθώς και για τη συστηματική επεξεργασία που προηγήθηκε.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στην επιτροπή που εργάστηκε για την προετοιμασία της μεταρρύθμισης, υπό τον Καθηγητή κ. Απόστολο Γεωργιάδη, η οποία κατέβαλε μια πραγματικά κοπιώδη και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσπάθεια, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση του παρόντος πλαισίου.
Οι υπό συζήτηση διατάξεις στοχεύουν ξεκάθαρα σε περισσότερη ελευθερία για τον διαθέτη, ουσιαστικό σεβασμό στη βούλησή του, μεγαλύτερη ασφάλεια στις συναλλαγές και ενεργοποίηση της περιουσίας προς όφελος της οικονομίας.
Κατά τον τρόπο αυτό το δίκαιο της κληρονομικής διαδοχής έρχεται να ακουμπήσει στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, αναγνωρίζοντας ότι η οικογένεια δεν εξαντλείται πλέον στους παραδοσιακούς δεσμούς. Επιδιώκεται ο εξ ορθολογισμός της νόμιμης μοίρας, με τρόπο τέτοιο ώστε να αποφεύγεται ο κατακερματισμός περιουσιών και να διευκολύνεται η ορθολογική μεταβίβαση, ιδίως σε παραγωγικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Για δεκαετίες υπήρχε μια δογματική αγκύλωση. Για πρώτη φορά επιτρέπονται οι κληρονομικές συμβάσεις, δίνοντας τη δυνατότητα έγκαιρου και οργανωμένου σχεδιασμού, με λιγότερες συγκρούσεις και περισσότερη σταθερότητα.
Επιπρόσθετα καθιερώνεται ο πλήρης διαχωρισμός της κληρονομίας από την προσωπική περιουσία του κληρονόμου. Τα χρέη βαραίνουν αποκλειστικά την κληρονομία, όχι τον πολίτη. Έτσι, περιορίζονται οι αποποιήσεις, επανεντάσσονται περιουσίες στην οικονομία, ενισχύεται η ρευστότητα, προστατεύονται οι οικογενειακές επιχειρήσεις και δημιουργούνται συνθήκες μεγαλύτερης ανάπτυξης και δημόσιων εσόδων.
Κατά τον τρόπο αυτό εισφέρουν ένα δικαιότερο, περισσότερο λειτουργικό και βαθύτατα αναπτυξιακό πλαίσιο αναφοράς.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η μεταρρύθμιση αυτή δεν είναι χωρίς δυσκολίες.
Σε ένα τόσο σύνθετο πεδίο, είναι αναμενόμενο να υπάρχουν ερωτήματα και επιφυλάξεις.
Το ζητούμενο είναι ότι διαμορφώνουμε ένα πλαίσιο που να ανταποκρίνεται καλύτερα στις σημερινές συνθήκες, χωρίς να χάνει τον κοινωνικό του προσανατολισμό.
Η ευθύνη μας είναι να διαμορφώσουμε κανόνες που να μειώνουν τις συγκρούσεις, να ενισχύουν τη σαφήνεια και να δίνουν λύσεις εκεί όπου μέχρι σήμερα υπήρχαν αδιέξοδα.
Πριν κλείσω την ομιλία μου θα ήθελα επίσης να υποστηρίξω την τροπολογία σχετικά με την ανάκριση και εκδίκαση αξιόποινων πράξεων βουλευτών με σχετική προσθήκη άρθρου 32Α στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Με την τροπολογία αυτή εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και έγκαιρη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης σε υποθέσεις αυξημένου θεσμικού ενδιαφέροντος, ώστε να αποφεύγεται η μακροχρόνια διατήρηση εκκρεμών ποινικών υποθέσεων που ενδέχεται να επηρεάζουν την εύρυθμη λειτουργία του κοινοβουλευτικού βίου και να υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στην απονομή της δικαιοσύνης.
Αναμένεται έτσι να εξασφαλίσει την ταχεία και αμετάκλητη δικαστική κρίση επί των υποθέσεων αυτών, ώστε να αποφεύγονται η παρατεταμένη αβεβαιότητα για τα ελεγχόμενα πρόσωπα και οι δυσμενείς συνέπειες που μπορεί να έχει η χρονική διαιώνιση των ποινικών διαδικασιών για τη λειτουργία του πολιτεύματος και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Με αυτές τις σκέψεις πιστεύω ακράδαντα ότι η ελληνική κοινωνία ωφελείται από το νομοσχέδιο και μόνον μια στείρα αντιπολίτευση δεν θα μπορούσε να το υπερψηφίσει .
Σας ευχαριστώ.»

